Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἁμαξήρης
ἁμαξιαῖος
ἁμαξίς
ἁμαξίτης
ἁμαξιτός
ἁμάξοικος
ἁμαξοπηγός
ἁμαξοπληθής
ἁμαξουργός
ἅμα
ἀμάρακον
ἀμαράντινος
ἀμάραντος
ἀμάρα
ἁμαρτάνω
ἁμάρτημα
ἁμαρτῆ
ἁμαρτητικός
ἁμαρτία
ἁμαρτίνοος
ἁμαρτοεπής
View word page
ἀμάρακον
ἀμάρακον Lat. amaracum, amaracus, Anth.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
ἀμάρακον
Headword (normalized):
ἀμάρακον
Headword (normalized/stripped):
αμαρακον
IDX:
1665
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n1665
Key:
a)ma/rakon
Data
{'content': 'ἀμάρακον\n Lat. amaracum, amaracus, Anth.', 'key': 'a)ma/rakon'}