Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κανηφορία
κανηφόρος
κάνθαρος
κανθήλια
κανθήλιος
κάνθων
καννάβινος
κάνναβις
κάνναβος
κάννα
καννόμον
κανονίζω
κανόνισμα
κανονίς
κἄν
Κάνωβος
κανών
κάπετος
καπηλεία
καπηλεῖον
καπηλεύω
View word page
καννόμον
καννόμον for κὰν (i. e. κατὰ) νόμον.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
καννόμον
Headword (normalized):
καννόμον
Headword (normalized/stripped):
καννομον
Intro Text:
καννόμον for κὰν (i. e. κατὰ) νόμον.
IDX:
16633
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16649
Key:
kanno/mon
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "καννόμον\n for κὰν (i. e. κατὰ) νόμον.", "key": "kanno/mon" }