κανηφορέω
κανηφορέω
κᾰνηφορέω,
fut. -ήσω
to carry the sacred basket in procession, Ar.
from κανηφόρος
{ "content": "κανηφορέω\n κᾰνηφορέω,\n fut. -ήσω\n to carry the sacred basket in procession, Ar.\n from κανηφόρος", "key": "kanhfore/w" }