καμινευτήρ
καμινευτήρ
κᾰμῑνευτήρ, ῆρος,
αὐλὸς κ. the pipe of a smithʼs bellows, Anth.
from κᾰμινεύω
{ "content": "καμινευτήρ\n κᾰμῑνευτήρ, ῆρος,\n αὐλὸς κ. the pipe of a smithʼs bellows, Anth.\n from κᾰμινεύω", "key": "kamineuth/r" }