καλοκἀγαθικός
καλοκἀγαθικός
κᾰλοκἀγᾰθικός, ή, όν
beseeming a καλὸς κἀγαθός, honourable:—adv. -κῶς, Plut.
inclined to καλοκἀγαθία, Plut.
from κᾰλοκἀγᾰθός
{ "content": "καλοκἀγαθικός\n κᾰλοκἀγᾰθικός, ή, όν\n beseeming a καλὸς κἀγαθός, honourable:—adv. -κῶς, Plut.\n inclined to καλοκἀγαθία, Plut.\n from κᾰλοκἀγᾰθός", "key": "kaloka)gaqiko/s" }