καλλωπισμός
καλλωπισμός
καλλωπισμός, οῦ,
an adorning oneself, making a display, Plat., Xen.
ornamentation, εἰς κ. for ornament, Xen.; καλλωπισμοὶ περὶ τὸ σῶμα Plat.
{ "content": "καλλωπισμός\n καλλωπισμός, οῦ,\n an adorning oneself, making a display, Plat., Xen.\n ornamentation, εἰς κ. for ornament, Xen.; καλλωπισμοὶ περὶ τὸ σῶμα Plat.", "key": "kallwpismo/s" }