καλλώπισμα
καλλώπισμα
from καλλωπίζω
καλλώπισμα, ατος, τό,
ornament, embellishment, Plat.
{ "content": "καλλώπισμα\n from καλλωπίζω\n καλλώπισμα, ατος, τό,\n ornament, embellishment, Plat.", "key": "kallw/pisma" }