κακούργημα
κακούργημα
κᾰκούργημα, ατος, τό,
an ill deed, fraud, Plat.
from κακουργός
{ "content": "κακούργημα\n κᾰκούργημα, ατος, τό,\n an ill deed, fraud, Plat.\n from κακουργός", "key": "kakou/rghma" }