κακοστομέω
κακοστομέω
κᾰκοστομέω,
to speak evil of, abuse, τινά Soph.
from κᾰκόστομος
{ "content": "κακοστομέω\n κᾰκοστομέω,\n to speak evil of, abuse, τινά Soph.\n from κᾰκόστομος", "key": "kakostome/w" }