κακοπινής
κακοπινής
κᾰκο-πῐνής, ές
πίνος
exceeding filthy, loathsome, Sup. κακοπινέστατος Soph.
{ "content": "κακοπινής\n κᾰκο-πῐνής, ές\n πίνος\n exceeding filthy, loathsome, Sup. κακοπινέστατος Soph.", "key": "kakopinh/s" }