Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κακοζηλία
κακόζηλος
κακοήθεια
κακοήθευμα
κακοήθης
κακοθημοσύνη
κακόθροος
κακοθυμία
Κακοΐλιος
κακοκέρδεια
κακοκερδής
κακόκνημος
κακοκρισία
κακολογέω
κακολογία
κακολόγος
κακόμαντις
κακομαχέω
κακομέλετος
κακομηδής
κακομήτης
View word page
κακοκερδής
κακοκερδής κᾰκο-κερδής, ές κέρδος making base gain.
ShortDef
making base gain
Debugging
Headword:
κακοκερδής
Headword (normalized):
κακοκερδής
Headword (normalized/stripped):
κακοκερδης
IDX:
16372
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16386
Key:
kakokerdh/s
Data
{'content': 'κακοκερδής\n κᾰκο-κερδής, ές\n κέρδος\n making base gain.', 'key': 'kakokerdh/s'}