κακοκέρδεια
κακοκέρδεια
κᾰκοκέρδεια, ἡ,
base love of gain, Theogn.
from κᾰκοκερδής
{ "content": "κακοκέρδεια\n κᾰκοκέρδεια, ἡ,\n base love of gain, Theogn.\n from κᾰκοκερδής", "key": "kakoke/rdeia" }