Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

κακοδαιμονία
κακοδαίμων
κακοδοξέω
κακοδοξία
κακόδοξος
κακοδρομία
κακοείμων
κακοζηλία
κακόζηλος
κακοήθεια
κακοήθευμα
κακοήθης
κακοθημοσύνη
κακόθροος
κακοθυμία
Κακοΐλιος
κακοκέρδεια
κακοκερδής
κακόκνημος
κακοκρισία
κακολογέω
View word page
κακοήθευμα
κακοήθευμα κᾰκοήθευμα, ατος, τό, a malicious deed, Plut. from κᾰκοήθης

ShortDef

a malicious deed

Debugging

Headword:
κακοήθευμα
Headword (normalized):
κακοήθευμα
Headword (normalized/stripped):
κακοηθευμα
IDX:
16365
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16379
Key:
kakoh/qeuma

Data

{'content': 'κακοήθευμα\n κᾰκοήθευμα, ατος, τό,\n a malicious deed, Plut.\n from κᾰκοήθης', 'key': 'kakoh/qeuma'}