Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
κακοδαιμονάω
κακοδαιμονέω
κακοδαιμονία
κακοδαίμων
κακοδοξέω
κακοδοξία
κακόδοξος
κακοδρομία
κακοείμων
κακοζηλία
κακόζηλος
κακοήθεια
κακοήθευμα
κακοήθης
κακοθημοσύνη
κακόθροος
κακοθυμία
Κακοΐλιος
κακοκέρδεια
κακοκερδής
κακόκνημος
View word page
κακόζηλος
κακόζηλος κᾰκό-ζηλος, ον imitating unhappily.
ShortDef
imitating unhappily
Debugging
Headword:
κακόζηλος
Headword (normalized):
κακόζηλος
Headword (normalized/stripped):
κακοζηλος
Intro Text:
κακόζηλος κᾰκό-ζηλος, ον imitating unhappily.
IDX:
16363
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16377
Key:
kako/zhlos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "κακόζηλος\n κᾰκό-ζηλος, ον\n imitating unhappily.", "key": "kako/zhlos" }