κακόγλωσσος
κακόγλωσσος
κᾰκό-γλωσσος, ον
γλῶσσα
ill-tongued, βοὴ κ. a cry of misery, Eur.
{ "content": "κακόγλωσσος\n κᾰκό-γλωσσος, ον\n γλῶσσα\n ill-tongued, βοὴ κ. a cry of misery, Eur.", "key": "kako/glwssos" }