κακογαμίου
κακογαμίου
κᾰκο-γᾰμίου δίκη, ἡ,
κακο-γαμίου, δίκη, ἡ, an action for forming an unlawful marriage, Plut.
No nom. -γάμιον.
{ "content": "κακογαμίου\n κᾰκο-γᾰμίου δίκη, ἡ,\n κακο-γαμίου, δίκη, ἡ, an action for forming an unlawful marriage, Plut.\n No nom. -γάμιον.", "key": "kakogami/ou" }