κακοβουλεύομαι
κακοβουλεύομαι
κᾰκοβουλεύομαι,
to be ill-advised, Eur.
from κᾰκόβουλος
{ "content": "κακοβουλεύομαι\n κᾰκοβουλεύομαι,\n to be ill-advised, Eur.\n from κᾰκόβουλος", "key": "kakobouleu/omai" }