Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
καίριος
καιροσέων
καῖρος
καιρός
καιροφυλακέω
καίτοι
καίω
κακάγγελος
κακάγγελτος
κακαγόρος
κακανδρία
κακέσχατος
κακηγορέω
κακηγορία
κακήγορος
κακηλόγος
κάκη
κακία
κακίζω
κακιστέος
κακκάω
View word page
κακανδρία
κακανδρία κᾰκ-ανδρία, ἡ, unmanliness, Soph., Eur.
ShortDef
unmanliness
Debugging
Headword:
κακανδρία
Headword (normalized):
κακανδρία
Headword (normalized/stripped):
κακανδρια
IDX:
16334
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16348
Key:
kakandri/a
Data
{'content': 'κακανδρία\n κᾰκ-ανδρία, ἡ,\n unmanliness, Soph., Eur.', 'key': 'kakandri/a'}