καίπερ
καίπερ
although, albeit, mostly with a part., καίπερ πολλὰ παθών Od.; often divided, καὶ οὐκ ἀγαθόν περ ἐόντα Il.; καὶ κρατερός περ ἐών Il.; in Trag., with ὅμως added, καίπερ οὐ στέργων ὅμως Trag., etc.
{ "content": "καίπερ\n although, albeit, mostly with a part., καίπερ πολλὰ παθών Od.; often divided, καὶ οὐκ ἀγαθόν περ ἐόντα Il.; καὶ κρατερός περ ἐών Il.; in Trag., with ὅμως added, καίπερ οὐ στέργων ὅμως Trag., etc.", "key": "kai/per" }