καθικνέομαι
καθικνέομαι
fut. -ίξομαι
aor2 -ῑκόμην
Dep., to come down to: metaph. to reach, touch, με καθίκετο πένθος Od.; καθίκεο θυμόν hast touched my heart, Il.; κάρα μου καθίκετο came down upon my head, Soph.
Headword (normalized):
καθικνέομαι
Headword (normalized/stripped):
καθικνεομαι
Intro Text:
καθικνέομαι
fut. -ίξομαι
aor2 -ῑκόμην
Dep., to come down to: metaph. to reach, touch, με καθίκετο πένθος Od.; καθίκεο θυμόν hast touched my heart, Il.; κάρα μου καθίκετο came down upon my head, Soph.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n16273
No citations.
{
"content": "καθικνέομαι\n fut. -ίξομαι\n aor2 -ῑκόμην\n Dep., to come down to: metaph. to reach, touch, με καθίκετο πένθος Od.; καθίκεο θυμόν hast touched my heart, Il.; κάρα μου καθίκετο came down upon my head, Soph.",
"key": "kaqikne/omai"
}