ἱππαρχικός
ἱππαρχικός
ἱππαρχικός, ή, όν
of or for a ἵππαρχος· ἱππαρχικόν ἐστι it is part of his duty, Xen.
from ἵππαρχος
{ "content": "ἱππαρχικός\n ἱππαρχικός, ή, όν\n of or for a ἵππαρχος· ἱππαρχικόν ἐστι it is part of his duty, Xen.\n from ἵππαρχος", "key": "i(pparxiko/s" }