ἱεροφαντικός
ἱεροφαντικός
ἱεροφαντικός, ή, όν
from ἱεροφάντης
of a hierophant, Luc.; βίβλοι ἱερ. the libri pontificales, Plut. adv. -κῶς, Luc.
{ "content": "ἱεροφαντικός\n ἱεροφαντικός, ή, όν\n from ἱεροφάντης\n of a hierophant, Luc.; βίβλοι ἱερ. the libri pontificales, Plut. adv. -κῶς, Luc.", "key": "i(erofantiko/s" }