Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἴδρις
ἱδρόω
ἵδρυμα
ἵδρυσις
ἱδρυτέος
ἱδρύω
ἱδρώς
ἰδυῖα
ἱερακίσκος
ἱέραξ
ἱεράομαι
ἱερατεία
ἱεράτευμα
ἱερατευματικός
ἱερατεύω
ἱερατικός
ἱέρεια
ἱερεῖον
ἱερεύς
ἱερεύω
ἱερή
View word page
ἱεράομαι
ἱεράομαι ἱεράομαι, ἱερεύς, ἵερεια Pass. to be a priest or priestess, Hdt., Thuc.
ShortDef
to be a priest
Debugging
Headword:
ἱεράομαι
Headword (normalized):
ἱεράομαι
Headword (normalized/stripped):
ιεραομαι
IDX:
15703
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n15717
Key:
i(era/omai
Data
{'content': 'ἱεράομαι\n ἱεράομαι,\n ἱερεύς, ἵερεια\n Pass. to be a priest or priestess, Hdt., Thuc.', 'key': 'i(era/omai'}