θυρσομανής
θυρσομανής
θυρσο-μᾰνής, ές
μαίνομαι
he who raves with the thyrsus, Eur.
{ "content": "θυρσομανής\n θυρσο-μᾰνής, ές\n μαίνομαι\n he who raves with the thyrsus, Eur.", "key": "qursomanh/s" }