θρυπτικός
θρυπτικός
θρυπτικός, ή, όν
easily broken: metaph. delicate, effeminate, Xen.
from θρύπτω
{ "content": "θρυπτικός\n θρυπτικός, ή, όν\n easily broken: metaph. delicate, effeminate, Xen.\n \n from θρύπτω", "key": "qruptiko/s" }