θρασύσπλαγχνος
θρασύσπλαγχνος
θρᾰσύ-σπλαγχνος, ον
σπλάγχνον
bold-hearted, Eur. adv. -ως, Aesch.
{ "content": "θρασύσπλαγχνος\n θρᾰσύ-σπλαγχνος, ον\n σπλάγχνον\n bold-hearted, Eur. adv. -ως, Aesch.", "key": "qrasu/splagxnos" }