θητικός
θητικός
θητικός, ή, όν
θής
of or for a hireling, menial, Arist.
τὸ θητικόν, the class of θῆτες, Arist.
{ "content": "θητικός\n θητικός, ή, όν\n θής\n of or for a hireling, menial, Arist.\n τὸ θητικόν, the class of θῆτες, Arist.", "key": "qhtiko/s" }