θηρευτικός
θηρευτικός
θηρευτικός, ή, όν
of or for hunting, κύνες θ. hounds, Ar., Xen.; βίος θ. the life of hunters, Arist.
from θηρεύω
{ "content": "θηρευτικός\n θηρευτικός, ή, όν\n of or for hunting, κύνες θ. hounds, Ar., Xen.; βίος θ. the life of hunters, Arist.\n from θηρεύω", "key": "qhreutiko/s" }