Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
θηητήρ
θηητός
θήϊον
θηκαῖος
θήκη
θηκτός
θηλάζω
θηλασμός
θηλέω
θηλή
θηλυγενής
θηλύγλωσσος
θηλυδρίας
θηλυκρατής
θηλυκτόνος
θηλυμελής
θηλυμίτρης
θηλύμορφος
θηλύνοος
θηλύνω
θηλυπρεπής
View word page
θηλυγενής
θηλυγενής θηλυ-γενής, ές γίγνομαι of female sex, womanish, Eur.
ShortDef
of female sex, womanish
Debugging
Headword:
θηλυγενής
Headword (normalized):
θηλυγενής
Headword (normalized/stripped):
θηλυγενης
IDX:
15242
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n15255
Key:
qhlugenh/s
Data
{'content': 'θηλυγενής\n θηλυ-γενής, ές\n γίγνομαι\n of female sex, womanish, Eur.', 'key': 'qhlugenh/s'}