Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

θειότης
θειόω
θελγεσίμυθος
θέλγητρον
θέλγω
θέλημα
θέλησις
θελκτήριον
θελκτήριος
θελκτήρ
θέλκτρον
θελξίνοος
θελξίπικρος
θελξίφρων
θέμεθλα
θεμέλιος
θεμελιόω
θεμερός
θεμερῶπις
θεμίζω
θεμίπλεκτος
View word page
θέλκτρον
θέλκτρον θέλκτρον, ου, τό, = θελκτήριον, Soph.

ShortDef

charm, spell

Debugging

Headword:
θέλκτρον
Headword (normalized):
θέλκτρον
Headword (normalized/stripped):
θελκτρον
IDX:
15033
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n15045
Key:
qe/lktron

Data

{'content': 'θέλκτρον\n θέλκτρον, ου, τό,\n = θελκτήριον, Soph.', 'key': 'qe/lktron'}