θελκτήριος
θελκτήριος
θελκτήριος, ον
θέλγω
charming, enchanting, soothing, Aesch., Eur.
{ "content": "θελκτήριος\n θελκτήριος, ον\n θέλγω\n charming, enchanting, soothing, Aesch., Eur.", "key": "qelkth/rios" }