ἄγευστος
ἄγευστος
γεύομαι
without taste of, fasting from, c. gen.; metaph., κακῶν ἄγευστος αἰών Soph.; τῶν τερπνῶν ἄγευστος Xen.
{ "content": "ἄγευστος\n γεύομαι\n without taste of, fasting from, c. gen.; metaph., κακῶν ἄγευστος αἰών Soph.; τῶν τερπνῶν ἄγευστος Xen.", "key": "a)/geustos" }