θαυμαστικός
θαυμαστικός
θαυμαστικός, ή, όν
θαυμάζω
inclined to wonder or admire, Arist.
{ "content": "θαυμαστικός\n θαυμαστικός, ή, όν\n θαυμάζω\n inclined to wonder or admire, Arist.", "key": "qaumastiko/s" }