θαλυσιάς
θαλυσιάς
from θᾰλύ_σια
θᾰλῡσιάς, άδος,
fem. adj. of or for the θαλύσια, Theocr.
{ "content": "θαλυσιάς\n from θᾰλύ_σια\n θᾰλῡσιάς, άδος,\n fem. adj. of or for the θαλύσια, Theocr.", "key": "qalusia/s" }