Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

θαλία
θαλλός
θαλλοφόρος
θάλλω
θάλος
θαλπιάω
θαλπνός
θάλπος
θαλπτήριος
θάλπω
θαλπωρή
θαλύσια
θαλυσιάς
θαμάκις
θαμά
θαμβαίνω
θαμβέω
θάμβος
θαμέες
θαμίζω
θαμινός
View word page
θαλπωρή
θαλπωρή θαλπωρή, ἡ, warming: metaph. comfort, consolation, source of hope, Hom.

ShortDef

warming

Debugging

Headword:
θαλπωρή
Headword (normalized):
θαλπωρή
Headword (normalized/stripped):
θαλπωρη
IDX:
14936
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n14948
Key:
qalpwrh/

Data

{'content': 'θαλπωρή\n θαλπωρή, ἡ,\n warming: metaph. comfort, consolation, source of hope, Hom.', 'key': 'qalpwrh/'}