Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

θαλέω
Θαλῆς
θαλία
θαλλός
θαλλοφόρος
θάλλω
θάλος
θαλπιάω
θαλπνός
θάλπος
θαλπτήριος
θάλπω
θαλπωρή
θαλύσια
θαλυσιάς
θαμάκις
θαμά
θαμβαίνω
θαμβέω
θάμβος
θαμέες
View word page
θαλπτήριος
θαλπτήριος θαλπτήριος, ον warming, Anth. from θαλπωρή

ShortDef

warming

Debugging

Headword:
θαλπτήριος
Headword (normalized):
θαλπτήριος
Headword (normalized/stripped):
θαλπτηριος
IDX:
14934
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n14946
Key:
qalpth/rios

Data

{'content': 'θαλπτήριος\n θαλπτήριος, ον\n warming, Anth.\n from θαλπωρή', 'key': 'qalpth/rios'}