θαλασσόπλαγκτος
θαλασσόπλαγκτος
θᾰλασσό-πλαγκτος, ον
πλάζω
made to wander oʼer the sea, sea-tost, Aesch., Eur.
{ "content": "θαλασσόπλαγκτος\n θᾰλασσό-πλαγκτος, ον\n πλάζω\n made to wander oʼer the sea, sea-tost, Aesch., Eur.", "key": "qalasso/plagktos" }