Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἤτε
ἦτε
ἤτοι
ἦτορ
ἤτριον
ἦτρον
ἥττημα
ἠΰτε
ἠύχορος
Ἡφαίστειος
Ἡφαιστόπονος
Ἥφαιστος
Ἡφαιστότευκτος
ἠχεῖον
ἠχέτης
ἠχέω
ἠχήεις
ἤχημα
ἠχή
ἧχι
ἦχος
View word page
Ἡφαιστόπονος
Ἡφαιστόπονος Ἡφαιστό-πονος, ον wrought by Hephaestus, Eur.
ShortDef
wrought by Hephaestus
Debugging
Headword:
Ἡφαιστόπονος
Headword (normalized):
ἡφαιστόπονος
Headword (normalized/stripped):
ηφαιστοπονος
IDX:
14872
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n14884
Key:
*(hfaisto/ponos
Data
{'content': 'Ἡφαιστόπονος\n Ἡφαιστό-πονος, ον\n wrought by Hephaestus, Eur.', 'key': '*(hfaisto/ponos'}