ἡσσητέος
ἡσσητέος
ἡσσητέος, α, ον
verb. adj. of ἡσσάομαι
one must be beaten, γυναικός by a woman, Soph.
{ "content": "ἡσσητέος\n ἡσσητέος, α, ον\n verb. adj. of ἡσσάομαι\n one must be beaten, γυναικός by a woman, Soph.", "key": "h(sshte/os" }