ἠπειρωτικός
ἠπειρωτικός
from ἠπειρώτης
ἠπειρωτικός, ή, όν
continental, Xen.
of Epirus, Thuc.
{ "content": "ἠπειρωτικός\n from ἠπειρώτης\n ἠπειρωτικός, ή, όν\n continental, Xen.\n of Epirus, Thuc.", "key": "h)peirwtiko/s" }