ἠπειρογενής
ἠπειρογενής
ἠπειρο-γενής, ές
γίγνομαι
born or living in the mainland, Aesch.
{ "content": "ἠπειρογενής\n ἠπειρο-γενής, ές\n γίγνομαι\n born or living in the mainland, Aesch.", "key": "h)peirogenh/s" }