ἡνιοχικός
ἡνιοχικός
ἡνιοχικός, ή, όν
of or for driving, Plat.: ἡ -κή (sc. τέχνη) the art of driving, Plat.
{ "content": "ἡνιοχικός\n ἡνιοχικός, ή, όν\n of or for driving, Plat.: ἡ -κή (sc. τέχνη) the art of driving, Plat.", "key": "h(nioxiko/s" }