Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ἡμερόω
ἡμέρωσις
ἡμέτερος
ἡμιάνθρωπος
ἡμιβραχής
ἡμιβρώς
ἡμίβρωτος
ἡμιγένειος
ἡμίγυμνος
ἡμιδαής
ἡμιδαρεικόν
ἡμιδεής
ἡμίδουλος
ἡμιεκτέον
ἡμίεκτον
ἡμιέλλην
ἡμιεργής
ἡμίεργος
ἡμίεφθος
ἡμιθαλής
ἡμιθανής
View word page
ἡμιδαρεικόν
ἡμιδαρεικόν a half-daric, Xen.
ShortDef
a half-daric
Debugging
Headword:
ἡμιδαρεικόν
Headword (normalized):
ἡμιδαρεικόν
Headword (normalized/stripped):
ημιδαρεικον
IDX:
14707
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n14717
Key:
h(midareiko/n
Data
{'content': 'ἡμιδαρεικόν\n a half-daric, Xen.', 'key': 'h(midareiko/n'}