ἡμερινός
ἡμερινός
ἡμερινός, ή, όν
ἡμέρα
of day, Plat.; ἄγγελος ἡμ. a day-messenger, Xen.
{ "content": "ἡμερινός\n ἡμερινός, ή, όν\n ἡμέρα\n of day, Plat.; ἄγγελος ἡμ. a day-messenger, Xen.", "key": "h(merino/s" }