ἡλικιῶτις
ἡλικιῶτις
ἡλικιῶτις, ιδος
Fem. of ἡλικιώτης
Fem. of ἡλικιώτης, Luc.; ἡλ. ἱστορία contemporary history, Plut.
{ "content": "ἡλικιῶτις\n ἡλικιῶτις, ιδος\n Fem. of ἡλικιώτης\n Fem. of ἡλικιώτης, Luc.; ἡλ. ἱστορία contemporary history, Plut.", "key": "h(likiw=tis" }