ἤλιθα
ἤλιθα
ἅλις
enough, sufficiently, Lat. satis, ληὶς ἤλιθα πολλή Il.; δύη ἤλιθα πολλή Od., etc.
{ "content": "ἤλιθα\n ἅλις\n enough, sufficiently, Lat. satis, ληὶς ἤλιθα πολλή Il.; δύη ἤλιθα πολλή Od., etc.", "key": "h)/liqa" }