ἡλιαστικός
ἡλιαστικός
from ἡλιαστής
ἡλιαστικός, ή, όν
of, for, or like a Heliast, Ar.
{ "content": "ἡλιαστικός\n from ἡλιαστής\n ἡλιαστικός, ή, όν\n of, for, or like a Heliast, Ar.", "key": "h(liastiko/s" }