ἠερόεις
ἠερόεις
ἠερόεις, εσσα, εν
Epic for ἀερόεις
ἀήρ
hazy, murky, Il.; ἠερόεντα κέλευθα the murky road (i. e. death), Od.
{ "content": "ἠερόεις\n ἠερόεις, εσσα, εν\n Epic for ἀερόεις\n ἀήρ\n hazy, murky, Il.; ἠερόεντα κέλευθα the murky road (i. e. death), Od.", "key": "h)ero/eis" }