ζώμευμα
ζώμευμα
ζώμευμα, ατος, τό,
soup, ζωμεύματα put by way of joke for ὑποζώματα νεώς, Ar.
from ζωμεύω
{ "content": "ζώμευμα\n ζώμευμα, ατος, τό,\n soup, ζωμεύματα put by way of joke for ὑποζώματα νεώς, Ar.\n from ζωμεύω", "key": "zw/meuma" }