ζωγραφικός
ζωγραφικός
ζωγρᾰφικός, ή, όν
skilled in painting, Plat., Xen.
from ζωγράφος
{ "content": "ζωγραφικός\n ζωγρᾰφικός, ή, όν\n skilled in painting, Plat., Xen.\n from ζωγράφος", "key": "zwgrafiko/s" }